Ο Ρομπέν είναι ο ήρωας μου.

Δεν είμαι με αυτούς που δε φοβούνται τους σεισμούς, τους ληστές, τη νύχτα, τους νταήδες. Δεν είμαι με αυτούς που δε διστάζουν, που δεν μασάνε. Δεν είμαι με αυτούς που σε όλα είναι μέσα. Που λένε πάντα την αλήθεια, που ρισκάρουν, που χρωστάνε, που πιστεύουν όσα έρθουν και όσα πάνε, που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Δεν είμαι με αυτούς που μαλώνουν όσους «δεν είναι μαζί τους»

Είμαι με αυτούς που τρομάζουν εύκολα, με αυτούς που δεν τσακώνονται, με αυτούς που το βράδυ κάνουν τον σταυρό τους. Δε τους λυπάμαι, τους καταλαβαίνω. Τους συγχωρώ. Παρατηρούν, δεν φωνάζουν, μιλάνε. Θέλουν να πάνε μπροστά, αλλά τρομάζουν. Είναι αυτοί που όταν ήταν παιδιά χόρευαν στον καθρέφτη τους. Ποτέ σε πάρτι. Δεν σηκώθηκαν ποτέ να ζητήσουν μια κοπέλα για χορό, όχι γιατί δεν ήθελαν, αλλά γιατί ντρεπόντουσαν. Είμαι με αυτούς γιατί χαίρονται όταν παρακολουθούν τις εξεγέρσεις και κουνάνε τα πόδια, κάτω από το τραπέζι αλλά στην φωνή του διευθυντή τους, σκιάζονται και αλλάζουν κανάλι. Φοβούνται τους σεισμούς αλλά σώζουν παιδιά στο ενδεχόμενο που τύχει, φοβούνται τον διευθυντή τους αλλά δεν καρφώνουν συνάδελφό τους, δε λένε πάντα την αλήθεια, στο ενδεχόμενο που πονέσει κάποιος. Κατανοούν. Δεν έχουν μίσος στη καρδιά τους. Απλώς φοβούνται.

Είμαι με αυτούς που φοράνε γυαλάκια, έχουν πάντα φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο και φοράνε πάντα ατσαλάκωτα ρούχα. Με τις κυρίες που δεν πάνε κομμωτήριο , που μαγειρεύουν στα παιδιά τους , και προσπαθούν το βράδυ να καταλάβουν τι λένε στις ειδήσεις. Είμαι με αυτούς γιατί έχουν φωνή αλλά δεν μπορούν να φωνάξουν. Δεν ξέρουν.

Είμαι με αυτούς ναι. Αλλά έχω και ήρωες και οι ήρωες μου είναι άλλοι… όχι αυτοί. Φοβούνται και αυτοί και τους σεισμούς και τον διευθυντή τους και τη γυναίκα τους ακόμη. Αλλά έχουν τόση μεγάλη έννοια τους πάντες, που δεν κρατιούνται να μη τους υπερασπιστούν. Φωνάζουν για λογαριασμό της κυρίας που πονάνε τα πόδια της για να πάει στη πορεία και δεν πάει, σηκώνεται από τη θέση του στο λεωφορείο για να κάτσει μια μεγάλη γυναίκα , η οποία δεν είναι απαραίτητα από την χώρα τους. Ο ήρωας μου όταν δει ότι ο διευθυντής μαλώνει έναν αδύναμο , θα μπει μπροστά να τον υπερασπιστεί. Είμαι με αυτόν που θα ουρλιάξει , δε θα φωνάξει απλώς , για να ακουστεί και το παράπονο του μετανάστη. Είμαι με αυτόν που δεν κρατάει μούτρα στην αδύναμη, της λέει πως θα της εξηγήσειαυτός μετά τι λένε στις ειδήσεις. Δεν κρατάει μούτρα σε αυτόν που φοράει γυαλάκια και διστάζει, τον χτυπά στην πλάτη και του λέει καλημέρα όλο χαμόγελο. Αυτός είναι ο ήρωας μου. Με αυτόν μεγάλωσα στα παραμύθια που έβλεπα εγώ.

Ο προστάτης των αδύνατων χαίρεται όταν κλέβει ματιές για να δει τα πόδια του «δειλού», να τα κουνάει με χαρά κάτω από το τραπέζι. Του κλείνει το μάτι βάζει το ξίφος του πίσω από την πλάτη και φεύγει ..μα σαν δει αστυνομία το κρύβει αμέσως . Φοβάται και ο ήρωας μου. Αλλά είναι ο ήρωας μου.

 

Editor

Ο μπερδεμένος άνθρωπος γουστάρει να είναι έτσι , δεν έτυχε ,αλλιώς βαριέται. Ο ψεύτης γουστάρει τα ψέματα. Νομίζει πως παίζει στα «μυστικά της εδέμ» και χαίρεται. Είναι ωραία η ζωή του έτσι, αλλιώς θα ήταν ένας βαρετός άντρας και εκείνη μια βαρετή νοικοκυρά. Μη σε κάνει ποτέ να πιστέψεις, εκεί στο ποτό ένα βράδυ, πως είναι στεναχωρημένος.Ρόλο υποδύεται.

Comments are closed.